«Κύμα» λουκέτων προβλέπουν οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες

1aaa-ekthesiΣε πλήρη αντίθεση με το κλίμα ευφορίας που διαχέεται από κάποιες πλευρές για την επόμενη μέρα της πανδημίας, έρχεται πρόσφατη εκτίμηση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας…
Οι εκτιμήσεις των αναλυτών της ECB δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας, σκιαγραφώντας μία ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση για την ελληνική οικονομία που απέχει έτη φωτός από τις προβλέψεις του εγχώριου οικονομικού επιτελείου για δυναμική ανάπτυξη, στηριγμένη από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.

Το πλέον ζοφερό στοιχείο που καταγράφεται στην έκθεση είναι η αναμενόμενη αύξηση των πτωχεύσεων στην Ελλάδα κατά 20%, σε σχέση με τα επίπεδα του 2019, με το μεγαλύτερο πρόβλημα να εντοπίζεται στις μικρές επιχειρήσεις.

Συν τοις άλλοις οι πιο ευάλωτοι κλάδοι, δηλαδή αυτοί που επλήγησαν περισσότερο από την πανδημία και ταυτόχρονα εμφανίζουν τα μεγαλύτερα προβλήματα στην επανεκκίνηση, είναι εκείνοι των υπηρεσιών, του εμπορίου, των μεταφορών και της φιλοξενίας. Με δεδομένο ότι η ελληνική οικονομία είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τον τουρισμό, ο οποίος σχετίζεται άμεσα με αυτούς τους ευάλωτους κλάδους, είναι ευνόητο ότι το πρόβλημα για τη χώρα μας είναι κρισιμότερο από ότι για άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, με σημαντική συμβολή, για παράδειγμα, της βιομηχανίας η οποία ανακάμπτει ταχύτερα.

Δεν είναι, όμως, πιο ρόδινα τα πράγματα και στο μέτωπο των κόκκινων δανείων. Παρά τη μεγάλη μείωση τους κατά το 2020, η Ελλάδα παραμένει η χώρα με το υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στην Ε.Ε. (σχεδόν δεκαπλάσιο), ενώ είναι ορατός ο κίνδυνος αύξησής τους, μετά τη λήξη της πανδημίας και των ευνοϊκών μέτρων που ίσχυσαν για τους δανειολήπτες τους τελευταίους μήνες.

Γενικότερα, η Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της ΕΚΤ συμπεραίνει ότι το τρίτο κύμα της πανδημίας, από το τέλος του 2020 έως σήμερα, επέφερε μεγαλύτερη κόπωση στις οικονομίες, τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά από τα δύο προηγούμενα. Επιπλέον ο ρυθμός εμβολιασμού στην Ε.Ε. παραμένει χαμηλός και η επανεκκίνηση δεν πραγματοποιείται μέχρι στιγμής με την ταχύτητα και τη δυναμική που αναμενόταν. Αυτό σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή οικονομία θα συνεχίσει να έχει ανάγκη από δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα στήριξης, κάτι που δεν είναι άμοιρο κόστους, αφού θα έχει επίπτωση στα ελλείμματα και στο χρέος των κρατών.

Σε αυτή τη συνεχιζόμενη ζοφερή κατάσταση, καταλυτικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσει το Ταμείο Ανάκαμψης. Μάλιστα, η ΕΚΤ θεωρεί την Ελλάδα ως μία από τις πιο ευνοημένες χώρες σε ό,τι αφορά την αναλογία κονδυλίων σε σχέση με το ΑΕΠ, ωστόσο όλα θα κριθούν από τον βαθμό απορρόφησης, με την προϊστορία της χώρας μας στην αξιοποίηση αντίστοιχων διαρθρωτικών πακέτων να είναι αρνητική. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, η δυνητική απορρόφηση θα πρέπει να φτάσει στο 60% του ΑΕΠ, αλλά με βάση την προϊστορία το ποσοστό αυτό είναι 30%.

Άγνωστο Χ στη δύσκολη εξίσωση που καλούνται να λύσουν οι ευρωπαϊκές χώρες θα αποτελέσει, τέλος, η εξέλιξη των επιτοκίων. Αν και μία πιθανή άνοδος των επιτοκίων και του πληθωρισμού στις ΗΠΑ αναμένεται να έχει περιορισμένη άμεση επίδραση στην Ευρωζώνη, θα κινητοποιήσει μετατοπίσεις κεφαλαίων από τις αναδυόμενες αγορές προς το δολάριο, γεγονός αρνητικό για την πορεία του ελληνικού χρηματιστηρίου.

Οι ανακοινώσεις που θα γίνουν στο πλαίσιο της συνεδρίασης της ΕΚΤ στις 10 Ιουνίου θα δώσουν μία σαφέστερη εικόνα για τις μελλοντικές προθέσεις της Κριστίν Λαγκάρντ και την εξέλιξη του οικονομικού σκηνικού, κατά τους επόμενους κρίσιμους μήνες.